23 Απρ 2011

Βικέντιος Δαμοδός «Συνταγμάτιον Θεολογικόν»


Βικέντιος Δαμοδός «Συνταγμάτιον Θεολογικόν»
                             
      Ο Βικέντιος Δαμοδός (1700-1754) σε ένα σύντομο κεφάλαιο από το έργο του «Συνταγμάτιον Θεολογικόν» αναλύει διεξοδικά τις διηγήσεις των Ευαγγελιστών και μας παρουσιάζει τα επιχειρήματά του σχετικά με το αν ήταν ένζυμος ή άζυμος ο άρτος του Μυστικού Δείπνου.

Τα σχόλιά μας είναι περιττά, αφού η γλώσσα και τα επιχειρήματα του έργου του είναι κατανοητά.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 19ον.Περί της διαφοράς των άζύμων.
Των Ανατολικών και Δυττικών η διαφορά περί των αζύ­μων είναι τούτη. Ανίσως δηλαδή και ο Χριστός έκαμε τον Μυ­στικόν Δείπνον με ένζυμον άρτον ή με άζυμον. Οι Λατίνοι λέγουσι πως με άζυμον ετέλεσε την θείαν εκείνην μυσταγωγίαν, το οποίον αρνούνται οι Ανατολικοί. Δια να δείξωμεν τούτην την αλήθειαν, πρέπει να εξετάσωμεν ποίαν ημέραν έκαμεν ο Χριστός τον δείπνον, και αν την ημέραν εκείνην ήτον άζυμα, επειδή, αν άζυμα δεν ήτον, ακολουθεί να μην έκαμε με άζυμα τό μυστήριον. Λέγει, λοιπόν, ο Θεός εις την Έξοδον, κεφαλαίω ιβ.ω: «ο μην ούτος υμίν αρχή μηνών, πρώτος έσται εν υμίν εν τοις μησί του ενιαυτού. Λάλησον προς πάσαν συναγωγήν υιών Ισραήλ λέγων τη δεκάτη του μηνός τούτου λαβέτωσαν έκαστος πρόβατον <...> παρ' οικίαν». Και κατωτέρω «καί εσται υμίν διατετηρημένον εως της τεσσαρεσκαιδεκάτης του μηνός τούτου, και σφάξουσιν αυτό πάν <το> πλήθος <συναγωγής> [των] υιών Ισραήλ προς εσπέραν». Και πάλιν εις τό αυτό κε­φάλαιον «επτά ημέρας έδεσθε άζυμα, από δε της πρώτης ημέ­ρας αφανιείτε ζύμην εκ των οικιών υμών. Πάς ος αν φάγη ζύμην, εξολοθρευθήσεται η ψυχή εκείνη εξ’ Ισραήλ από της η­μέρας της πρώτης εως της ημέρας της εβδόμης. Και η ημέρα η πρώτη κληθήσεται αγία καί η ημέρα η έβδομη κλητή αγία έσται υμίν». Ώστε όπου οι Εβραίοι έτρωγαν το Πάσχα εις την εσπέ­ρα της 14ης ημέρας του Μαρτίου μηνός, αρχηνώντες τότε να τρώγουν και τα άζυμα. Και εις τούτο δυσκολία δεν είναι. Και λοιπόν πριν της εσπέρας της 14ης ημέρας άζυμον δεν ετρώγετο.
     
     Τούτων τιθέντων πρέπει να ερευνήσωμεν, ποία ημέρα ήτον η 14η η Πέμπτη, ως λέγουσιν οι Δυττικοί, ή η Παρασκευή, ως λέγουσιν οι Ανατολικοί. Ημείς δείχνομεν πως ήτον η Παρασκευή η 14η. Όθεν την Πέμπτην, όπου έγινε το μυστήριον, δεν ήτον άζυμα.
     
     Ότι δε η Παρασκευή ήτον η 14η, δείχνεται ούτως. Από τας Πράξεις των Αποστόλων έχομεν πως την ημέραν της Πεντη­κοστής ήλθε το Άγιον Πνεύμα εις τους Αποστόλους. Πάλιν κατά παράδοσιν έχομεν, καθώς μαρτυρούσι και οι ίδιοι Λατί­νοι, πως το Άγιον Πνεύμα ήλθεν ημέρα Κυριακή. Λοιπόν η Παρασκευή ήτον η 14η και το Σάββατον η 15η του μηνός, διατί από την 16ην ήμέραν, όπου είναι η ακόλουθος ημέρα του Πά­σχα, αρχηνούσιν αι ημέραι της Πεντηκοστής, και έτζι αληθεύει να ήλθεν Κυριακή το Πνεύμα το Άγιον εις τους Αποστόλους. Δείχνεται 2ον με την μαρτυρίαν του Εύαγγελιστού Ιωάννου εις το 19ον κεφάλαιον καί εδάφιον 14, όπου λέγει: «ην δε Παρα­σκευή του Πάσχα, ώρα δε ωσεί έκτη καί λέγει τοις Ιουδαίοις. Ιδού ο βασιλεύς υμών». Λοιπόν ήτον ο Χριστός εις τας χείρας των Ιουδαίων εις τήν Παρασκευήν, ήγουν εις την ετοιμασίαν του Πάσχα πως λοιπόν έκαμαν την Πέμπτην το Πάσχα οι Ε­βραίοι, αν ο Ευαγγελιστής ονομάζη τήν Παρασκευήν του Πάσχα Παρασκευήν; Άν τότε ήτον η 15η ήμερα η εορταζομένη, πως δεν την ωνόμασεν «ην δε εορτή του Πάσχα», αλλά την εί­πε «Παρασκευήν του Πάσχα»; Μα καθαρώτερα μαρτυρεί τούτην την άλήθειαν ο Ιωάννης εις τό 18ον κεφάλαιον, κη΄: «άγουσιν ούν τον Ιησούν από του Καϊάφα εις το πραιτώριον, ην δε πρωία και αυτοί ουκ εισήλθον εις το πραιτώριον, ίνα μη μιανθώσιν, άλλ' ίνα φάγωσι το Πάσχα». Λοιπόν κατά τούτον τον Ευαγγελιστήν εις την αυγήν της Παρασκευής οι Εβραίοι δεν έφαγον το Πάσχα, ώστε οπού η Πέμπτη δεν ήτον η 14η ημέρα.

     Όθεν λέγει ό Χρυσόστομος εις τήν πγ΄ ομιλίαν εις το κατά Ιωάννην: «τί δέ εστιν' "ίνα φάγωσι το Πάσχα"; Και μην αυτός ην αυτό πεποιηκώς τη μια των αζύμων. "Ητοι ούν το Πάσχα την εορτήν πάσαν λέγει ή ότι τότε εποίουν το Πάσχα, αυτός δε προ μιας αυτό παρέδωκε τηρών την εαυτού σφαγήν τη Παρασκευή, ότε και το παλαιόν εγίνετο Πάσχα».

     Οι Λατίνοι πάλιν από το άλλο μέρος δείχνουσι πως ο Χρι­στός έκαμε τό μυστήριον με άζυμον εις τούτον τον τρόπον. Ο Χριστός έκαμε το παλαιόν Πάσχα με την διάταξιν του μωσα­ϊκού νόμου λοιπόν με άζυμον ετέλεσε το μυστήριον. Φανερά η συνέπεια. Επειδή, άν έκαμε τό Πάσχα κατά την διάταξιν του Μωσαϊκού νόμου, το έκαμεν εις την 14ην της σελήνης, κα­θώς προστάζει να γίνεται ο Μωϋσής εις το 16ον κεφάλαιον της Εξόδου. Και τότε δεν ευρισκότουν ένζυμος άρτος, αλλά μό­νον άζυμα. Βεβαιούται τό προηγούμενον. Λέγει ο ιερός Ματθαίος (κεφάλαιον κστ,17): «τη πρώτη των αζύμων προσήλθον οι μαθηταί τω Ιησού λέγοντες που θέλεις ετοιμάσωμέν σοι φαγείν τό Πάσχα;». Και ο Μάρκος (κεφαλαίω ιδ.ω, ιβ): «τη πρώ­τη ημέρα των αζύμων, ότε το Πάσχα έθυον». Και ό Λουκάς (κεφαλαιω κβ,ζ): «ήλθεν η ημέρα των αζύμων, εν η έδει θύεσθαι το Πάσχα». Ανίσως λοιπόν και την πρώτην ημέραν των αζύμων υπήγαν οι μαθηταί πρός τον Ιησούν ερωτώντες, που να ετοιμάσουν το Πάσχα, σημείον ότι έκαμε το Πάσχα ο Ιησούς εις καιρόν των αζύμων. Και τούτο βεβαιούται περισσότερον απο το 5ον κεφάλαιον του Ματθαίου, εις το οποίον παρ­ρησία λέγει ο Χριστός: «ουκ ήλθον καταλύσαι τον νόμον, αλλά πληρώσαι». Όθεν αν δεν είχε κάμη τό Πάσχα εις την 14ην ημέραν της σελήνης, ήθελεν ήτον παραβάτης και όχι πληρωτής του Μωσαϊκού νόμου. Προς το επιχείρημα τούτο αποκρίνεται ο Κύριλλος, Πατριάρχης της Αλεξανδρείας και οι περισσότε­ροι Γραικοί αντάμα με αυτόν, εις την επιστολήν όπου γράφει προς τόν ηγεμόνα της Βλαχίας Ίωάννην τόν Βοεβόδαν, η οποία αρχηνά: «Δεν ήλπιζα ποτέ ουδέ εθάρρουν» ότι ο Χριστός εις τον ύστερον χρόνον του πάθους δεν έκαμε Πάσχα παλαιόν, επειδή εις τήν ήμέραν της 14ης της σελήνης ήτον εις τας χεί­ρας των Ιουδαίων, και την ώραν της εσπέρας, όταν έθυον το Πάσχα, εκείνος ήτον εσταυρωμένος.Δέν ήτον, λοιπόν, παραβάτης του Μωσαϊκού νόμου, διατί δεν έζειε τόν καιρόν, όπου έγινε το Πάσχα.

    Προς τας μαρτυρίας του Ευαγγελίου αποκρίνονται οι Γραι­κοί, εξηγώντες τήν πρώτην των αζύμων κατά την ερμηνείαν, ο­πού) έκαμεν ο Θεοφύλακτος εις το κστ΄ κεφάλαιον του Ματθαίου, όπου ρητώς λέγει πως πρώτη των αζύμων δεν νοείται η πρώτη ημέρα, εις την οποίαν έτρωγαν τα άζυμα οι Ιουδαίοι, αλλ' η προ της ημέρας των αζύμων. «Πρώτη<ν>, λέγει, των αζύμων, την προ των αζύμων, φησίν, ημέραν, οίον τι λέγω τη Παρασκευή εσπέρας έμελλον εκείνοι φαγείν τό Πάσχα, και αύτη εκαλείτο των αζύμων. Ο ουν Κύριος πέμπει τους μαθητάς τη Πέμπτη, ην ονομάζει ο Ευαγγελιστής «πρώτη των αζύμων», ως προ της Παρασκευής ούσαν, καθ' ην Παρασκευήν τη εσπέ­ρα ήσθιον τά άζυμα». Το ίδιον μαρτυρεί και εις το 14 κεφάλαι­ον του Μάρκου «πρώτην <ημέραν> των αζύμων την Πέμπτην λέγει, ήτις προ των αζύμων ήν' τά γάρ άζυμα τη Παρασκευή ησθίοντο». Λοιπόν, αν τα άζυμα δέν ήτον την Πέμπτην, αλλά ετρώγοντον εις την εσπέραν της Παρασκευής, είναι αδύνατον να έκαμε με άζυμα το παλαιόν Πάσχα ο Χριστός. Προς το ρητόν του Λουκά «ήλθε δε η ημέρα των αζύμων», το ήλθε λαμ­βάνεται αντί του ήγγικε, καθώς εις την ερμηνείαν του κεφαλαίου τούτου εξηγεί ο Χρυσόστομος. Και δια να μην μείνη πλέ­ον καμμία δυσκολία η απορία, ότι ο Χριστός δεν έκαμε τό πα­λαιόν Πάσχα τον καιρόν εκείνον, άκουσον τους Ευαγγελιστάς. Και πρώτον τον Ματθαίον εις τόν 26ον κεφάλαιον' «τη δε πρώτη των αζύμων προσήλθον οι μαθηταί τω Ιησού λέγοντες αυτώ, Κύριε, που θέλεις ετοιμάσωμέν σοι φαγείν το Πάσχα; Ο δε είπεν, υπάγετε εις την πόλιν προς τον δείνα και είπατε αυτώ. ο διδάσκαλος λέγει, ο καιρός μου εγγύς εστι, προς σε ποιώ το Πάσχα μετά των μαθητών μου. Και εποίησαν οι μαθηταί, ως συνέταξεν αυτοίς ο Ιησούς και ητοίμασαν το Πάσχα. Οψίας δε γενομένης, ανέκειτο μετά των δώδεκα, και εσθιόντων αυ­τών είπε». Λοιπόν κατά τον Ματθαίον έπειτα, αφ' ου ητοιμάσθη το Πάσχα, οψίας γινομένης, ο Ιησούς εκάθητο μετά των μαθητών και ήσθιον. Ώστε όπου δεν έκαμε τότε εις τον δείπνον εκείνον το παλαιόν Πάσχα, διατί το παλαιόν Πάσχα εγίνετο μη καθήμενων των εσθιόντων, καθώς φαίνεται εις την Έξοδον' «Ούτω δε φάγεσθε αυτό' αι οσφύες υμών περιεζωσμέναι, και τα υποδήματα υμών εν τοις ποσίν υμών, και αι βακτηρίαι υμών εν ταις χερσίν υμών». Λοιπόν τότε δεν έκαμεν ο Χριστός Πάσχα, αλλά ένα δείπνον συνηθισμένον, εις τον οποίον ετέλεσε το μυστήριον. Όταν ουν λέγη ο Ευαγγελιστής, ότι οι μαθη­ταί ητοίμασαν το Πάσχα, νοεί την ετοιμασίαν του οίκου, εις τον οποίον ελόγιαζον πως εχει να γένη, ή ημπορεί να νοηθή α­κόμα διά την ετοιμασίαν του αρνίου, το οποίον κυρίως λέγεται Πάσχα, στοχαζόμενοι οι Απόστολοι, ότι την διωρισμένην ημέραν της Παρασκευής έμελλον να το θυσιάσουν με τον διδά-σκαλον. Το ίδιον λέγει και ο Ευαγγελιστής Μάρκος εις το 14 κεφάλαιον και ο Λουκάς εις το 22ον, οι οποίοι ωσάν τον Ματθαίον λέγουσιν, ότι εκάθοντο οι μαθηταί με τον διδάσκαλον  εις τον δείπνον, ότε έγινε το μυστήριον, από τα οποία φανερά συνάγεται πως ο Χριστός τον ύστερον εκείνον χρόνον δεν έκα­με Πάσχα νομικόν. Ιξεύρω ότι ο Χρυσόστομος, ο Δαμασκηνός και κάποιοι άλλοι Πατέρες της Εκκλησίας λέγουσι, πως τότε ο Χριστός να έκαμε το παλαιόν Πάσχα, μέ τους οποίους έτζι λέγει και ό Θεοφύλακτος. Μα τούτοι, μην έχοντες διαφοράν εις τέτοιαν υπόθεσιν, δεν εξέτασαν ακριβώς το πράγμα. Και καθώς είδαμεν από την μαρτυρίαν του Χρυσοστόμου, έκαμεν ο Χριστός το παλαιόν Πάσχα πριν των Ιουδαίων. Όθεν εις τον καιρόν του δείπνου του μυστικού δεν ήτον άζυμα.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου